Πώς ένα τριήμερο στο νησί του Σαρωνικού μετατράπηκε σε μια «αλλιώτικη» εξερεύνηση ανάμεσα σε υπεραιωνόβιους ελαιώνες, αρχαία ιερά και βυζαντινές καστροπολιτείες.
Υπάρχουν τόποι που τους γνωρίζεις επειδή τους έχεις επισκεφθεί πολλές φορές. Και υπάρχουν τόποι που τους γνωρίζεις επειδή έχεις μεγαλώσει μέσα τους. Η Αίγινα για μένα ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.
Το σπίτι μας εκεί είναι από την προ-προγιαγιά μου. Έτσι, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου μέχρι σχεδόν και την ενηλικίωση (την τυπική, γιατί την ουσιαστική ακόμη την περιμένω), η ζωή μου χωριζόταν αυθαίρετα σε δύο εποχές: έναν γκρι χειμώνα, από τον οποίο δεν συγκρατώ σχεδόν τίποτα, κι ένα καλοκαίρι στην Αίγινα, πλημμυρισμένο από εικόνες και αναμνήσεις.
Θυμάμαι βόλτες που τότε έμοιαζαν ατελείωτες και φίλους που συναντούσα κάθε καλοκαίρι και ήταν σαν να μην είχε μεσολαβήσει ούτε μία μέρα από το προηγούμενο. Αυθόρμητα βραδινά μπάνια (συνήθως με τα ρούχα ή τα εσώρουχα), θερινά σινεμά μετά από ατελείωτες διαφωνίες για το ποιο έργο θα δούμε (η Αίγινα έχει τέσσερα υπέροχα θερινά — τρία στην πόλη κι ένα στην Αγία Μαρίνα), δικάβαλα και τρικαβάλα σε ποδήλατα, συνωμοσίες με τον αδερφό μου για κάθε λογής σκανδαλιά και, φυσικά, τα πρώτα ειδύλλια. Εκεί, στο πεζούλι στην πίσω πλευρά από το εκκλησάκι του Άη Νικόλα του Θαλασσινού, όπου ένα φιλί έμοιαζε με μυστική αποστολή και το να σε δει κάποιος από τους «μεγάλους» ήταν σχεδόν το χειρότερο πράγμα που μπορούσε να σου συμβεί.
Θυμάμαι την Αίγινα όπως θυμάται κανείς τα καλοκαίρια της παιδικής και εφηβικής του ηλικίας: όχι σαν έναν τουριστικό προορισμό με αξιοθέατα, παραλίες και χωριά, αλλά σαν μια σειρά από μικρές, φωτεινές σκηνές που χαράζονται για πάντα στην ψυχή.
Κι όμως, φέτος, επιστρέφοντας για το Fistiki Fest, συνειδητοποίησα κάτι παράξενο. Έχω επισκεφθεί την Αίγινα εκατοντάδες —ίσως και χιλιάδες— φορές, αν υπολογίσει κανείς τα απανωτά Σαββατοκύριακα από τις αρχές Μαρτίου μέχρι τα τέλη Νοεμβρίου. Έχω μεγαλώσει εδώ. Έχω περπατήσει και οδηγήσει σχεδόν σε κάθε δρόμο της, έχω κολυμπήσει στις θάλασσές της, έχω ξενυχτήσει στα σοκάκια της. Κι όμως, υπάρχουν κομμάτια της που δεν θυμάμαι ότι τα έχω δει.
Ίσως γιατί, όταν μεγαλώνεις σε έναν τόπο, δεν τον κοιτάς, ούτε τον ψάχνεις πραγματικά. Τον θεωρείς δεδομένο. Ξέρεις πού θα πας για μπάνιο, πού θα φας, από πού θα περάσεις για να πας σπίτι. Δεν ψάχνεις την ιστορία του, δεν παρατηρείς τα μονοπάτια του, δεν αναρωτιέσαι τι υπάρχει λίγο πιο πέρα από τη συνηθισμένη διαδρομή.
Αυτή τη φορά, λοιπόν, με αφορμή το Fistiki Fest και έχοντας μαζί μου δύο καλές φίλες —τη Ζωή και την Εύη— αποφάσισα να κάνω κάτι διαφορετικό: να πάω στην Αίγινα και, εκτός φυσικά από το να απολαύσω την παραδοσιακή γιορτή του φιστικιού, να ανακαλύψω όσα δεν θυμάμαι ότι έχω δει.
Η άφιξη... αλλιώς
Αυτή τη φορά παρακάμψαμε ακόμη και τα συνηθισμένα πλοία της γραμμής. Φύγαμε από τον Ναυτικό Όμιλο Αμφιθέας με το σκάφος του αδελφού μου, την «Παναγία Τήνου», ένα παραδοσιακό, ιστορικό καΐκι αλλά και έργο τέχνης, δεδομένου ότι ναυπηγήθηκε το 1953 στη Σύρο από τον Νηρέα Μαυρίκο. Πόσο διαφορετικά ταξιδεύεις έτσι! Χωρίς τη βιασύνη και τις ουρές στο λιμάνι του Πειραιά, με την ανοιχτή θάλασσα γύρω σου, την Αθήνα να απομακρύνεται αργά και την Αίγινα να αποκαλύπτεται σιγά-σιγά.
Λίγο πριν δέσουμε, κάναμε μια βουτιά στα κρυστάλλινα νερά έξω από την Κολώνα — το απαραίτητο «βάπτισμα» πριν πατήσουμε στο αγαπημένο μου νησί. Κολυμπώντας εκεί, σηκώνεις το βλέμμα στον λόφο και αντικρίζεις το μοναδικό απομεινάρι που στέκει ακόμα όρθιο: μια επιβλητική δωρική κολώνα. Είναι ό,τι απέμεινε από τον μεγαλοπρεπή Ναό του Απόλλωνα, χτισμένο στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ. (γύρω στο 520–510 π.Χ.) — δηλαδή περίπου επτά δεκαετίες πριν από τον Παρθενώνα.
Στο μυαλό σου προσπαθείς να ανασυνθέσεις την εικόνα της αρχαίας Ακρόπολης του νησιού. Ο λόφος αυτός υπήρξε το πολιτικό, θρησκευτικό και οχυρωματικό κέντρο της Αίγινας συνεχόμενα από την προϊστορική εποχή (3.000 π.Χ.). Εκεί απλωνόταν η πανίσχυρη αρχαία πόλη με τα τείχη της και το στρατιωτικό της λιμάνι (τον περίφημο «Κρυπτό Λιμένα»), την εποχή που η Αίγινα ήταν μία κυρίαρχη θαλασσοκράτειρα δύναμη.
Υπήρξε, μάλιστα, ένα από τα σημαντικότερα κέντρα της αρχαίας ελληνικής νομισματοκοπίας, με τα περίφημα ασημένια νομίσματά της να φέρουν τη χελώνα — ένα σύμβολο που συνδέθηκε όσο λίγα με την ιστορία και την ταυτότητα του νησιού. Η μόνη αυτή κολώνα που διασώθηκε σήμερα και έδωσε το όνομά της στην περιοχή από τους Βενετσιάνους ναυτικούς που τη χρησιμοποίησαν ως σημάδι πλεύσης, στέκει εκεί για να σου θυμίζει το αιώνιο μεγαλείο του Σαρωνικού.
Μετά την «ιστορική» αυτή βουτιά, πήγαμε στο κεντρικό λιμάνι για να δέσουμε. Μπαίνοντας θυμάσαι ξανά γιατί αγαπάς αυτόν τον τόπο. Το εκκλησάκι του Άη Νικόλα του Θαλασσινού δίπλα στον φάρο (ναι, αυτό που στην πίσω πλευρά του έχει στεγάσει τα πρώτα χτυποκάρδια πολλών γενεών), η εμβληματική «Πύλη» του Κώστα Βαρώτσου να καλωσορίζει τους επισκέπτες, τα υπέροχα νεοκλασικά κτίρια στη σειρά, όλα συνθέτουν ένα από τα πιο αρχοντικά λιμάνια του Αργοσαρωνικού. Εμείς δέσαμε λίγο δίπλα από το καΐκι με τα φρούτα του Νεκτάριου — ακριβώς στο κέντρο της δράσης.
Η γιορτή του Fistiki Fest
Το λιμάνι φορούσε ήδη τα γιορτινά του. Το Fistiki Fest δεν είναι απλώς μια εμπορική έκθεση· είναι μια ζωντανή, πολυδιάστατη γιορτή που καταλαμβάνει ολόκληρο τον παραλιακό δρόμο. Τέντες και ξύλινοι πάγκοι γεμάτοι με κάθε λογής δημιουργία, κατά κύριο λόγο βασισμένη στο περίφημο αιγινήτικο φιστίκι: από κλασικούς φρεσκοψημένους καρπούς και αρωματικό φιστικοβούτυρο, μέχρι χειροποίητα γλυκά, πέστο φιστικιού, λικέρ, παγωτό φυσικά, ακόμη και καλλυντικά και κοσμήματα.
Ο φίλος μου ο Γιώργος, που είναι πιο «λόκαλ» από εμένα — δεδομένου ότι έχει πάει σχολείο στο νησί — ήρθε και μας βρήκε στο μόνιμο περίπτερο του «Διόνυσου», όπου ο Ζώης μας ετοίμασε τις σακούλες μας με τα κορυφαία προϊόντα που μπορεί να πάρει κανείς μαζί του. Φυσικά, τα ψώνια δεν σταματούν μόνο στα περίπτερα της παραλιακής, αφού οι εσωτερικοί δρόμοι και τα σοκάκια κρύβουν υπέροχα μαγαζάκια με κάθε λογής «καλές πραμάτειες».
Βεβαίως, το Fistiki Fest δεν είναι μόνο φαγητό και ψώνια. Είναι ένας ολόκληρος πολιτιστικός παλμός που απλώνεται παντού. Παράλληλα με την αγορά, στήνονται εικαστικές εκθέσεις σε εμβληματικά σημεία όπως το Ιστορικό & Λαογραφικό Μουσείο και η Δημοτική Πινακοθήκη, ενώ οι δρόμοι γεμίζουν παιδικά χαμόγελα χάρη στις ειδικές δράσεις — από εργαστήρια ζαχαροπλαστικής και face painting, μέχρι θαλασσινές δοκιμασίες που διοργανώνει ο Ναυτικός Όμιλος.
Όσο για τα βράδια, η μουσική είχε τον πρώτο λόγο. Αποκορύφωμα ήταν αναμφισβήτητα η συναυλία του Σαββάτου με την Ελεωνόρα Ζουγανέλη. Στη σκηνή που στήθηκε δίπλα στο κύμα, μπροστά στον Άη Νικόλα τον Θαλασσινό, η φωνή της παρέσυρε το πλήθος κάτω από τον έναστρο ουρανό, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα μοναδική.
Το Fistiki Fest αποδεικνύει κάθε χρόνο πως δεν γιορτάζει απλώς έναν καρπό, αλλά την ίδια τη δημιουργικότητα, τη ζωντάνια και τη φιλοξενία αυτού του τόπου.
Ανακαλύπτοντας την «άλλη» Αίγινα
Όμως η αποστολή μας φέτος δεν σταματούσε στο λιμάνι. Αφήσαμε πίσω μας τη γιορτινή όαση και βγήκαμε να ανακαλύψουμε την Αίγινα της ηρεμίας, της φύσης και της πανάρχαιας ιστορίας.
Είναι γεγονός ότι η Αίγινα έχει αμέτρητους τρόπους να σε γοητεύσει. Η ιστορία της ξεκινά πολύ πριν από τις εικόνες που έχουμε σήμερα στο μυαλό μας, φτάνοντας μέχρι τη μυθολογία. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Δίας ερωτεύτηκε την Αίγινα, κόρη του ποτάμιου θεού Ασωπού, την πήρε μαζί του και την έφερε στο νησί που τότε ονομαζόταν Οινώνη. Από εκεί πήρε και το σημερινό όνομά του.
Ο Ναός της Αφαίας, με τον επιβλητικό δωρικό του ρυθμό και την εντυπωσιακή του θέση πάνω σε έναν πευκώδη λόφο με θέα την Αγία Μαρίνα, είναι ένα από τα σπουδαιότερα μνημεία της αρχαιότητας. Χτισμένος γύρω στο 500-490 π.Χ., θεωρείται ότι οι αναλογίες και οι αρχιτεκτονικές του λύσεις επηρέασαν τη μεταγενέστερη κλασική ναοδομία, μεταξύ άλλων και τον Παρθενώνα. Μαζί δε με τον Παρθενώνα και τον Ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο σχηματίζει το περίφημο νοητό «ιερό τρίγωνο» της αρχαιότητας. Ο Ναός είναι αφιερωμένος στην τοπική θεά Αφαία, την «άφαντη» νύμφη που, προσπαθώντας να σωθεί από την ερωτική καταδίωξη του βασιλιά Μίνωα, κατέφυγε στην Αίγινα και εξαφανίστηκε μυστηριωδώς μέσα στα βράχια του νησιού - αφήνοντας πίσω της μόνο τον μύθο της και την ιερή αύρα του τοπίου. Παρόλο που τα περίφημα μαρμάρινα αετώματα του Ναού φυλάσσονται πια μακριά (στη Γλυπτοθήκη του Μονάχου), η ενέργεια και η αρμονία του χώρου παραμένουν ανέπαφες.
Στη συνέχεια, πηγαίνοντας προς την Παχιά Ράχη, έναν παραδοσιακό, διατηρητέο οικισμό με πέτρινα αρχοντικά, πήραμε το μονοπάτι στους πρόποδες του Ελλάνιου Όρους που οδηγεί σε μια από τις πιο μυστηριακές γωνιές της Αίγινας: τον Αρχαίο Ελαιώνα. Εκεί, υπεραιωνόβιες ελιές —κάποιες από τις οποίες οι εκτιμήσεις θέλουν να είναι ηλικίας ακόμη και 1.500 ετών— με τεράστιους, στριφογυριστούς κορμούς που μοιάζουν με ζωντανά γλυπτά, στέκονται σιωπηλοί μάρτυρες του χρόνου. Ορισμένοι κορμοί είναι τόσο μεγάλοι που η περίμετρός τους αγγίζει τα 13 μέτρα, σχηματίζοντας στο εσωτερικό τους φυσικές «σπηλιές». Περπατώντας ανάμεσα σε θυμάρια, σκίνα και παλιά πέτρινα ξωκλήσια (όπως η Αγία Κυριακή και ο Άγιος Γεώργιος), νιώθεις πως δρασκελίζεις έναν τόπο ιερό, που έχει μείνει ανέγγιχτος από τον χρόνο, μακριά από κάθε τουριστική παρέμβαση.
Και κάπου ψηλότερα, στην κορυφή του Ελλάνιου Όρους —στο «Όρος», όπως το αποκαλούν απλά οι ντόπιοι, που δεσπόζει στα 532 μέτρα ως το ψηλότερο σημείο του Σαρωνικού— βρίσκεται το ιερό του Ελλάνιου Διός.
Σύμφωνα με τον μύθο, όταν μια καταστροφική αφορία και λειψυδρία έπληξε ολόκληρη την Ελλάδα, οι Έλληνες ζήτησαν από τον βασιλιά της Αίγινας, τον Αιακό (γιο του Δία και της νύμφης Αίγινας), να μεσιτεύσει. Ο Αιακός ανέβηκε στην κορυφή του βουνού, προσευχήθηκε στον πατέρα του κι εκείνος έστειλε τις ευεργετικές βροχές, χαρίζοντας στο ιερό την ονομασία του Διός όλων των Ελλήνων. Σήμερα, η αρχαιολογική έρευνα που βρίσκεται σε εξέλιξη φωτίζει ακόμη περισσότερο την ιστορία του χώρου —από τις μινωικές και μυκηναϊκές οχυρώσεις μέχρι τον μεταγενέστερο δωρικό ναό.
Λίγο πιο πέρα, απέναντι από το επιβλητικό μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου, ξεπροβάλλει ο λόφος της Παλαιοχώρας — ο «Μυστράς της Αίγινας». Πρόκειται για την παλιά μεσαιωνική πρωτεύουσα του νησιού, όπου από τον 9o αιώνα και για σχεδόν χίλια χρόνια οι Αιγινήτες κατέφευγαν στο εσωτερικό για να προστατευτούν από τις αδίστακτες επιδρομές των πειρατών, όπως του περιβόητου Μπαρμπαρόσα.
Ανηφορίζοντας τα λιθόστρωτα καλντερίμια ανάμεσα σε αγριολούλουδα και ερείπια σπιτιών, ανακαλύπτεις μια καστροπολιτεία-φάντασμα που μοιάζει να αιωρείται στον χρόνο. Από τις περίπου 365 εκκλησίες που λέγεται ότι υπήρχαν —μία για κάθε ημέρα του χρόνου— σώζονται σήμερα περίπου 38. Πολλές από αυτές είναι ανοιχτές, κρύβοντας στο εσωτερικό τους σπάνιες βυζαντινές τοιχογραφίες που αντέχουν ακόμα στη φθορά των αιώνων. Φτάνοντας στο ψηλότερο σημείο, εκεί όπου άλλοτε δέσποζε το ενετικό κάστρο, η ησυχία του τοπίου σπάει μόνο από τον άνεμο, ενώ προσφέρει μια πανοραμική θέα στην ενδοχώρα που σε ταξιδεύει πίσω στο βυζαντινό παρελθόν του Αργοσαρωνικού.
Όμως η Αίγινα δεν φέρει μόνο το βάρος της αρχαίας και της μεσαιωνικής της ιστορίας· διακρίνεται από μια βαθιά πνευματικότητα, αποτελώντας έναν από τους σημαντικότερους πόλους θρησκευτικού τουρισμού στην Ελλάδα. Πρώτος και αναμφισβήτητος σταθμός για χιλιάδες προσκυνητές είναι η Ιερά Μονή του Αγίου Νεκταρίου, ένας τόπος γαλήνης και προσευχής, όπου έζησε και ετάφη ο λαοφιλής Άγιος. Και βέβαια ο πνευματικός χάρτης του νησιού δεν εξαντλείται εκεί.
Κρυμμένη στην καρδιά της αιγινήτικης ενδοχώρας, σε ένα απομονωμένο και ορεινό τοπίο, βρίσκεται η ιστορική Μονή της Παναγίας Χρυσολεόντισσας. Χτισμένη σαν φρούριο τον 17ο αιώνα για να προστατεύεται από τους πειρατές, θεωρείται η πολιούχος και προστάτιδα του νησιού. Στη Χρυσολεόντισσα ανήκει και το πανέμορφο νησάκι Μονή, ένας κατάφυτος βιότοπος με κρυστάλλινα, γαλαζοπράσινα νερά, όπου ελάφια και παγώνια ζουν ελεύθερα μέσα στα πεύκα που φτάνουν μέχρι το κύμα, μαγεύοντας κάθε ταξιδιώτη που φτάνει εκεί με καραβάκι από το κεντρικό λιμάνι - ή ακόμη καλύτερα από την Πέρδικα (σε λιγότερο από δέκα λεπτά).
Λίγο έξω από την πόλη της Αίγινας, ανακαλύπτει κανείς ένα από τα πιο κατανυκτικά προσκυνήματα: την Παναγία Φανερωμένη. Η ιδιαίτερη ομορφιά της έγκειται στο γεγονός ότι κάτω από τον σημερινό ναό κρύβεται μια υπόγεια σπηλιά —μια αρχαία κατακόμβη— όπου βρέθηκε η εικόνα της Παναγίας και όπου ο επισκέπτης κατεβαίνει τα πέτρινα σκαλοπάτια για να ανάψει ένα κερί σε μια ατμόσφαιρα απόλυτης μυσταγωγίας.
Από τα απομονωμένα μοναστήρια των βουνών μέχρι τα παραθαλάσσια ξωκλήσια και τις κρυμμένες σπηλιές, η Αίγινα εκπέμπει μια μοναδική πνευματικότητα που σε αγγίζει, όποιος κι αν είναι ο λόγος που την επισκέπτεσαι.
Η Αίγινα, λοιπόν, δεν είναι απλώς ο οικείος τόπος των παιδικών μου καλοκαιριών, ούτε μόνο η νοσταλγία των ανέμελων χρόνων που πέρασαν. Είναι όλα αυτά και χίλια άλλα. Το φως πάνω στις δωρικές κολόνες της Αφαίας, η σιωπή του Αρχαίου Ελαιώνα, τα βυζαντινά καλντερίμια της Παλαιοχώρας, η κατάνυξη στα μοναστήρια της, αλλά και το γέλιο των φίλων πάνω σε ένα παραδοσιακό καΐκι, με μια σακούλα φρεσκοψημένα φιστίκια στο χέρι.
Και τελικά, ίσως το πιο σημαντικό ταξίδι να μην είναι αυτό που σε πηγαίνει σε μέρη που δεν έχεις ξαναπάει ποτέ, αλλά αυτό που σε επιστρέφει στους τόπους που αγαπάς και σου μαθαίνει να τους κοιτάς με άλλα μάτια.
Γιατί, όσο καλά κι αν νομίζεις ότι γνωρίζεις έναν τόπο, πάντα υπάρχει κάτι που δεν έχεις προσέξει. Ένα μονοπάτι που δεν πήρες, ένα παλιό σπίτι που δεν κοίταξες ποτέ πραγματικά, μια ιστορία που δεν άκουσες, ένα τοπίο που ήταν πάντα εκεί και απλώς περίμενε να σταθείς λίγο περισσότερο απέναντί του.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά το ωραίο με την Αίγινα: πως, όσο επιστρέφεις, πάντα θα έχει ακόμη κάτι να σου δώσει.