Το φεστιβάλ που σύστησε ένα πανέμορφο χωριό της Χαλκιδικής σε χιλιάδες ταξιδιώτες.
Ο Παρθενώνας στη Σιθωνία, χτισμένος στις πλαγιές του Ίταμου, με πέτρινα σπίτια, λιγοστά σοκάκια και θέα που φτάνει μέχρι τον Τορωναίο Κόλπο, ο ιστορικός οικισμός της Χαλκιδικής έχει καταφέρει τα τελευταία δέκα χρόνια να συνδέσει το όνομά του με μία από τις πιο ιδιαίτερες καλοκαιρινές κινηματογραφικές εμπειρίες της Ελλάδας: το Parthenώn Film Festival.
Με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα χρόνων του φεστιβάλ, η Μάγδα Βλάχου, μία από τους ανθρώπους που το διοργανώνουν, μας ξεναγεί όχι μόνο στο φεστιβάλ αλλά και στο ίδιο το χωριό. Για κάποιον που δεν έχει βρεθεί ποτέ στον Παρθενώνα, η Μάγδα Βλάχου περιγράφει τη στιγμή που συμπυκνώνει όλη τη μαγεία του φεστιβάλ:
«Η στιγμή που σβήνουν τα φώτα κι ανάβει ο προβολέας. Όλοι γινόμαστε ένα κάτω από τη βελανιδιά, καθόμαστε δίπλα δίπλα και απολαμβάνουμε τη μαγεία της στιγμής. Το τυχαίο άγγιγμα στο χέρι, η μυρωδιά του φρεσκοψημένου ποπ κορν, ο θόρυβος από το άνοιγμα του αναψυκτικού ή της μπίρας, το σύρσιμο της πλαστικής καρέκλας στην πέτρινη πλατεία συνθέτουν ένα σκηνικό αληθινό και μαγικό ταυτόχρονα. Είναι μια στιγμή σχεδόν μυσταγωγική. Δεν είναι τυχαίο που εκείνη την στιγμή αντικρίζουμε μόνο χαρούμενα πρόσωπα».
Το χωριό που σε γυρίζει πίσω στην παιδική ηλικία
Ίσως αυτό να είναι και το μυστικό της επιτυχίας του φεστιβάλ. Δεν πρόκειται μόνο για τις ταινίες, αλλά για την αίσθηση που δημιουργεί ο ίδιος ο τόπος.
«Ο Παρθενώνας έχει το “χάρισμα” να διατηρεί την αυθεντικότητά του είτε πρόκειται για το φεστιβάλ είτε για οποιαδήποτε άλλη εκδήλωση που λαμβάνει χώρα. Οι άνθρωποι που μας επισκέπτονται γνωρίζουν πολύ καλά ότι θα ζήσουν κάτι γνήσιο κι αληθινό, κάτι από τη χαμένη παιδική τους ηλικία. Ας μην ξεχνάμε ότι κάποιες δεκαετίες νωρίτερα οι γονείς μας, μικρά παιδιά τότε, έβλεπαν σινεμά στην ίδια πλατεία. Την ίδια αίσθηση βιώνουν και τώρα οι επισκέπτες μας».
Αν βρεθεί κανείς στον Παρθενώνα πριν από την απογευματινή προβολή, η ίδια προτείνει να αφεθεί πρώτα στο χωριό. «Ο Παρθενώνας σε οδηγεί από μόνος του. Μόνο αν χαθείς μέσα στα λιγοστά σοκάκια του θα αντιληφθείς την ομορφιά της αρχιτεκτονικής, της φύσης, της απλότητας. Προσωπικά, η αγαπημένη μου διαδρομή είναι αυτή που οδηγεί στο εκκλησάκι του Αγίου Αθανασίου. Μέσα από ένα δρομάκι με πανέμορφα σπίτια κι επιβλητική φύση φτάνεις σε μια εκκλησία με ένα περιβάλλοντα χώρο που σε αποζημιώνει».
Όσο για το ηλιοβασίλεμα; «Ο Παρθενώνας είναι μια καρτ ποστάλ. Αρκεί να γυρίσεις το βλέμμα από όπου και να βρίσκεσαι, για να θαυμάσεις αυτό το μεγαλείο, καταπράσινο τοπίο και τον ήλιο να χάνεται πίσω από τη θάλασσα». Στα δέκα χρόνια του φεστιβάλ, οι διοργανωτές έχουν δει ανθρώπους να επιστρέφουν ξανά και ξανά.
«Αυτό που μας κάνει πραγματικά εντύπωση είναι πως κάθε χρόνο συναντάμε τα ίδια γνωστά πρόσωπα που αγαπάνε το φεστιβάλ και ερωτεύτηκαν τον Παρθενώνα. Είναι σα να δίνουμε ραντεβού με τους φίλους του καλοκαιριού. Ταυτόχρονα, όμως, κάθε χρόνο όλο και περισσότεροι “νέοι” φίλοι προστίθενται στους θαυμαστές αυτού του μικρού χωριού». Για όσους αποφασίσουν να περάσουν περισσότερες από λίγες ώρες στον οικισμό, υπάρχει ένα δώρο που δεν χωρά εύκολα σε φωτογραφίες ή αναρτήσεις. «Την εκκωφαντική ησυχία του. Ο Παρθενώνας “επιβάλλει” μια ηρεμία που δεν την συναντούμε εύκολα στην δύσκολη καθημερινότητά μας. Μένοντας εδώ, έστω και για μια μέρα, εναρμονίζεσαι με το περιβάλλον. Οι ρυθμοί πέφτουν, η ανάσα αλλάζει, οι σκέψεις απλοποιούνται».
Ένα ιδανικό 24ωρο στον Παρθενώνα
Αν κάποιος είχε μόνο μία ημέρα στη διάθεσή του, η Μάγδα Βλάχου έχει ήδη έτοιμο το πρόγραμμα.
Ξύπνημα με την αυγή, πρωινό σε ξενώνα ή καφέ του χωριού και στη συνέχεια πεζοπορία στον Ίταμο. Μεσημεριανό σε μία από τις ταβέρνες του οικισμού, απογευματινή επίσκεψη στο Λαογραφικό Μουσείο και λίγο πριν δύσει ο ήλιος ένα βιβλίο και ένα δροσερό ρόφημα με θέα. Το βράδυ, φυσικά, η κατάληξη είναι μία η πλατεία του χωριού και η μεγάλη οθόνη.
Σε μια εποχή όπου οι περισσότεροι προορισμοί κυνηγούν τη δημοσιότητα και τα social media, ο Παρθενώνας φαίνεται να ακολουθεί τον δικό του δρόμο. «Ο Παρθενώνας δεν γνωρίζει από ταμπέλες. Είτε είσαι συγγραφέας, είτε είσαι influencer είναι το ίδιο. Θα ακολουθήσεις το χωριό. Ποτέ αυτό εσένα. Και αυτό είναι η γνησιότητα, η αυθεντικότητα, η απλότητα και τελικά η ομορφιά». Ίσως γι’ αυτό όσοι βρεθούν έστω μία φορά στο Parthenώn Film Festival δεν θυμούνται μόνο τις ταινίες που είδαν. Θυμούνται τη βελανιδιά, την πέτρινη πλατεία, τις καρέκλες που σέρνονται στο πλακόστρωτο και εκείνη τη σπάνια αίσθηση ότι, έστω για λίγες ώρες, βρέθηκαν σε έναν τόπο που εξακολουθεί να κινείται με τους δικούς του ρυθμούς.